Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Στούς Σηφάκηδες, φίλους μου ποιητές.....




Ὁ Σ. εἶναι βοσκός καί ζεῖ  στά Ἀστερούσια. 
Τά χέρια του ἀλλάσουνε τήν φύση τῶν πραγμάτων. 
Στό Βαθύ  κοινωνεῖς ἀμέτρητο πλῆθος σμιλεμένων μορφῶν 
πού δοξάζουνε τόν Θεό, 
περίεργα χρηστικά ἀντικείμενα, 
θαρρεῖς καί μπαίνεις σέ ἕνα κόσμο θαυμαστό 
πού δέν μοιάζει μέ τόν ὑπόλοιπο. 
Ὅποτε πηγαίνω βαπτίζομαι στήν θάλασσα τήν ἀστρινή, 
καθαρίζει ἡ λέπρα μου καί πετῶ. 
Δύσκολο νά ἀντέξεις τέτοια καθαρότητα. 
Μά κάθε φορά ἀνοίγουνε τά ἀσθματικά μου πνευμόνια.
.....................................................................................
Τόν θυμήθηκα, γιατί μοιάζει τοῦ πλαστουργοῦ μου, μεταγράφοντας στίχους τοῦ 138ου ψαλμοῦ.


Κύριε,  μέ δοκίμασες, καί γνώρισες ποιός εἶμαι·
2. Ξέρεις καλά ποῦ κάθομαι, ποιάν ὦρα θά ξυπνήσω,
γνωρίζεις κάθε λογισμό, τοῦ νοῦ πρίν νά μιλήσω.
3. Τά βήματα μου τά μετρᾶς, δρόμο πλατύ μ' ἀνοίγεις,
πρίν νά γενοῦν τά πράματα, ἐσύ τά κανονίζεις.
4. Καί ξέρεις πώς ποτέ κακό,  στήν γλῶσσα δέν μοῦ βρίσκεις.
5. Θωρῶ το πώς κατέχεις το, τό κάθε τί, Θεέ μου,
τά πρῶτα καί τά ἔσχατα, τήν μοῖρα στίς γενιές μου·
Ἐσύ ‘σαι πού μέ ἔπλασες, καί μ’ ἔφερες στόν κόσμο,
κι' ἅμα τό χέρι μ' ἀκουμπᾶς, 'σύ μέ γιατρεύγεις μόνο.
6. Ἔχεις καί γνώση θαυμαστή, τήν πιό σωστή γιά μένα·
ἀσύγκριτη, μ’ ὅσα μπορῶ νά μάθω ἐγώ γιά σένα.
7. Ποῦ νά κρυφτῶ νά μήν μέ βρεῖ, τό πνεῦμα τ' ἅγιό σου,
πού νά χωθῶ νά μήν μέ δεῖ, Θέε μου, τό πρόσωπό σου ;
8. Ἄν ἀνεβῶ στόν οὐρανό, ἐκεῖ ‘ναι ἡ κατοικιά σου,       
μά καί στόν ἄδη νά βρεθῶ, κι’ ἐκεῖ ‘ναι βασιλειά σου·
9. Ἄν τήν αὐγή βγάλω φτερά, καί στά ψηλά πετάξω,
κι’ ὅπου τελειώνει ἡ θάλασσα, κατάφερνα νά φτάξω,
10. κι’ ἐκεῖ ἀκόμα ὁδηγό, τήν χέρα σου θά ἔχω,
τήν δυνατή σου, τήν δεξά, στήριγμα νά μήν πέφτω.
11. Κι' ἄν εἴπω· δέν θωρῶ, καί σκότος μέ σκεπάσει,
μέρα θά κάνεις τήν νυχτιά, νά φωτιστεῖ ἡ πλάση·
12. Καί στό σκοτίδι, Κύριε, τά μάτια σου θωροῦνε,
τίς νύχτες κάνεις φωτεινές, κι’ ὅλα στό φῶς σου ζοῦνε·
ὅπως τίς μέρες κι' οἱ νυχτιές, ἐτσά θά φωτιστοῦνε.
13. Γιατί γνωρίζεις, Κύριε, τ’ ἄδυτα τῆς ψυχῆς μου,
καί στήν κοιλιά τῆς μάνας μου, κι' ἐκεῖ 'σουνα μαζί μου.
14. Θά σοῦ δοξάσω, Κύριε, τό μέγα μεγαλεῖο,
τά θαυμαστά τά ἔργα σου, τόν νόμο σου τόν θεῖο.
15. Τά κόκκαλα μου δέν μποροῦν, κι’ αὐτά νά σοῦ κρυφτοῦνε,
στήν σκοτεινιά τά ἔπλασες, στήν μήτρα πρίν φανοῦνε.
Κι’ ὅλη μου τήν ὑπόσταση, Θέε μου, τηνέ γνωρίζεις,
βαθειά στό χῶμα κι’ ἄν θαφτῶ, κι’ ἐκεῖ θά μέ ὁρίζεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου