Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011






Τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι, τῷ δέει κρατούμεναι, ὑπερκοσμίως δὲ προῴχοντο, καὶ ἀοράτως ἐβόων, ταῖς ἀνωτέραις ταξιαρχίαις· ἰδοὺ ἡ παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν.



«Θέλω να με πᾶς στο σπερνό τῆς Παναγίας. Στο χωριό. Μπορεῖ τοῦ χρόνου να μην εἶμαι ἐδῶ, κάνε μου το χατίρι » Ἔτσι με παρακαλοῦσε μέρες πρίν ἡ μάνα μου. Ἤτανε χρόνια «γειτόνισσα» της ἡ Παναγιά, με ἐκείνη ὁμιλεῖ τα βράδυα καθώς λέει. Ἐγυρίζανε τον ἐπιτάφιο στους δρόμους τοῦ χωριοῦ μά ἡ μάνα μου τον περίμενε στην ἐκκλησιά, μιᾶς και δεν ἡμποροῦσε να τοῦ ἀκλουθᾶ. Τηνέ θωρῶ ἀπό ἀλλάργο κι εἶχε σαν ἀδερφή την Ἐ. που καθότανε δίπλα της στον ἄδειο τον ναό. Ἤξερα πως δεν την ἐκτιμοῦσε και πολύ την Ἐ., και μοῦ φάνηκαν παράξενες τέτοιες ἀβρότητες ἀπό την μάνα μου. Φεύγοντας την ρώτησα, πώς κι ἔτσι μάνα με την Ἐ. «Για τό χατίρι τοῦ Χριστοῦ και τῶν ἀνθρώπων το ‘κανα», εἶπε. Κι’ ἄν δεν ὑπῆρχε ὁ Χριστός τι ; συνέχισα ἐγώ. «Πράμα», μοῦ λέει, κι εἶχε τελεῖα ὁ λόγος της. Δόξα τῶ Θεῶ που την μάνα μου Μαρία τηνε λένε.







Ὦ Παρθένε, ὁρῶ σε τρανῶς ἡπλωμένην ὑπτίαν, τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων, καὶ καταπλήττομαι, ἐν ᾗ ἐσκήνωσε τῆς μελλούσης ζωῆς ἡ ἀπόλαυσις


Σε σπήλιο μαζευτήκαμε τόσοι και τόσοι....

Ξυπόλυτες με το φεγγάρι συνάντησα στον πηγαιμό γυναῖκες

Στῆς Μαρτσαλιώτισσας τῆς Παναγιᾶς το τάμα τους να φέρουνε.

Κι' ἄλλες παρέα να Της κάνουνε στο ξόδι της, ἀμίλητες.

...................................................................................

Ἤταν μεγαλειώδης ἡ συνάντηση καθώς θα ἔλεγες ἐσύ.....

Κρατοῦσε χαρά ἀπό ὁπίσω

κι ἤτανε κολλημένη εἰς τούς τοίχους.


Στο χῶμα, που θρουλοῦσε σάν το δάκρυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου