Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Ἡ ταβέρνα στίς πιπεριές



Χριστός Ἀνέστη. Ὁ τόπος ἐτοῦτος ἀλλάζει συνεχῶς ὅπως καί ἡ ζωή μου. Ἄνθρωποι πολλοί περάσανε καί φάγανε καί ἤπιανε καί χορτάσανε καί μεθύσανε βράδυα πολλά κάτω ἀπό τίς πιπεριές. Ὀργανοπαίχτες ξακουστοί ἐπαίξανε τήν μουσική τους. Καλόγεροι καί παπάδες, φίλοι καί περαστικοί, προσευχηθήκανε. Ἄρρωστοι ξεκουραστήκανε. Καί τώρα εὐλογεῖ καί ποτίζει μέ τήν μυρωδιά της τόν χῶρο ἡ μάνα μου πού τώρα κοιμᾶται. Πρωί εἶναι. Δέν ἔχει ξυπνήσει ἀκόμα κι' ἔχει μιά παράξενη ἡσυχία ἐτοῦτο τό φῶς. Ἔφευγα, μά γύρισα νά τό φωτογραφίσω. Γιατί εἶναι θαρρῶ ἡ κιβωτός τῆς ζωῆς τοῦ σπιτιοῦ μου. Δόξα σοι ὁ Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου