Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014






Ἡ Κατερίνα τῶν σφαγείων νοσηλεύεται περίπου δυό μῆνες. Πηγαίνω καί τήν βλέπω ποῦ καί ποῦ, καί κάθε φορά ὁ θάλαμος τῶν ὀκτώ κλινῶν φιλοξενεῖ διαφορετικά πρόσωπα. Μπαίνοντας λέω ἕνα σύντομο χαιρετισμό , τούς ρίχνω μιά γρήγορη ματιά  καί στέκω δίπλα στήν Κατερίνα γιά νά ἀκούσω ἄλλη μιά ἱστορία ἀπό τήν Ὀδύσσειά της ἤ τό πῶς εἶναι τά χρώματα καί τά στολίδια πού φοροῦνε  οἱ ἅγιοι πού θωρεῖ. Ἔτσι ἔγινε καί χθές. Μοῦ μιλοῦσε καί στεκόμουνα μέ τήν πλάτη στούς ὑπόλοιπους, ὅταν ἄκουσα ἀπό ἀπέναντι μιά φωνή.
Μά ἐσύ δέν εἶσαι ὁ Γιάννης ;
Ναί, λέω.
Ἐγώ εἶμαι ἡ Ρ. Μέ θυμάσαι ;
Ἁπό τίς γραμμές τοῦ προσώπου της καί τήν φωνή της,  τήν θυμήθηκα. Γειτόνισσα τῆς νεαρῆς μου ἡλικίας. Μιά γυναίκα παχουλή τότες, πού ἡ ζωή ξεπηδοῦσε ἀπό μέσα της ὅπως τό δροσερό νερό ἀπό μιά πηγή ἀνεβάλουσσα. Τώρα ἀλλοιωμένη ἀπό τίς χημειοθεραπεῖες, μά φωτισμένη μέ ἕνα φῶς άλλιώτικο.Τήν ἀγκάλιασα, μέ ρώτησε γιά τήν μάνα μου, τήν γυναίκα μου, τά παιδιά μου. Τήν ρώτησα κι' ἐγώ. Ἀμήχανα προσπάθησα νά τῆς δώσω μιά στάξη ἐλπίδας. Μά φάνηκε ὅτι δέν εἶχε τήν χρεία τοῦ λόγου μου. Ἡ ἴδια χαρά ὅπως καί τότες, εἴχανε περάσει τριάντα πέντε χρόνια, ἔβγαινε ἀπό πάνω της καί πλημύριζε τόν θάλαμο. Τά μάτια της φέγγιζαν καί μοῦ λέει σέ μιά ἀποστροφή τοῦ λόγου της. 
Ἡ ζωή δέν εἶναι γιά χόρταση Γιάννη, δόξα σοι ὁ Θεός.
Θαρρεῖς καί κτύπησε κεραυνός ἀκούγοντάς τον. Εἶπα κι' ἐγώ δόξα σοι ὁ Θεός, τήν ἀγκάλιασα, κι' εἴπαμε νά βρεθοῦμε. Ποῦ δέν ξέρω. Πάντως δέν ὁρίσαμε τόπο καί χρόνο.
Κύτα ἅμα ξανάρθεις, μπορεῖ να εἶμαι σέ κάποιον ἀπό τούς γυναικείους θαλάμους, μοῦ λέει. 
Δόξα σοι ὁ Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου