Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ἡ κολοκύνθα





                                                                                        Ἡ κολοκύνθα τοῦ Ἰωάννη


Παροικῶ σέ ἐξοχή, καί κάθε χρόνο φυτεύω κολοκυθιές. Διάφορες ποικιλίες. Μ' ἀρέσουν τά χρώματα τους, τά σχήματά τους, ὁ ἀνθός τους, μ' ἀρέσει τό πόσο γρήγορα μεγαλώνουν. Μ' ἀρέσουν γιατί φέρνω στόν νοῦ μου τόν Ἰωνά νά κάθεται ἀπέναντι ἀπό τήν Νινευή, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τῆς κολοκύνθας τῆς μιᾶς νυχτός. Συνήθως ἔχω παραγωγή καί τήν μοιράζω στούς φίλους. Ἐφέτος ἄλλαξα τόπο καί φύτεψα μόνο δυό-τρεῖς στό γκρεμό, δίπλα στό κοτέτσι, σύνορα μέ τόν γείτονα. Ἐπρόκοψε ἡ μιά, κι' ἔκαμε δυό κολοκύνθες. Ἡ μιά ἀπό αὐτές ἔγινε στό χωράφι μου, μά ἡ ἄλλη ὄχι. Γιατί τήν ἔκανε ὁ βλαστός πού εἶχε περάσει  στό χωράφι τοῦ γείτονα, καί ἔτσι μεγάλωσε σέ ξένο τόπο. Καί οἱ δύο κολοκύνθες κιτρίνισαν πρίν λίγο καιρό, κι' ἤτανε ἕτοιμες νά κοποῦν.
Βλέπω τόν γείτονά μου, καί μοῦ λέει σάν κατακτητής. Θά  φάω κι' ἐγώ κολοκύθα·  καί ἐννοοῦσε τήν δικιά μου, πού εἶχε μεγαλώσει στό χωράφι του. Μά, ἀφοῦ κάθε χρόνο ἔτσι ἤ ἀλλιώς τοῦ ἔδινα ἐγώ μιά κολοκύνθα, γιατί νά τήν πάρει μέ τέτοιο τρόπο, σκέφτηκα.  Δέν μίλησα, ἀλλά εἶπα ἀπό μέσα μου. Νά ΄τανε πολλές, δέν πείραζε. Μά εἶναι μόνο δυό  καί τίς χρειάζομαι. Παρά ὕστερα εἶπα νά τοῦ τήν ζητήξω, γιατί ἔχει φράκτη καί δέν μποροῦσα νά περάσω στόν τόπο του, ἤ νά τοῦ δώσω τήν μισή ὅταν θά τήν ἔκοβα, μά δέν εἶπα κουβέντα. Καί στεναχωρήθηκα πού ὁ γείτονας μέ τρόπο αὐταρχικό καί αὐθάδη μοῦ κατάσχεσε τήν μισή παραγωγή μου. Καί οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.  Ἔκοψα τήν κολοκύνθα πού μεγάλωσε στό χωράφι μου, μά τό βλέμμα μου ἤτανε στήν ἄλλη πίσω ἀπό τό δίχτυ, κι' ἔνοιωθα τήν καρδιά μου βαρειά  πού θά τήν ἔτρωγε ὁ γείτονας μέ τέτοιο τρόπο.
Περάσανε λίγες μέρες. Κατεβαίνω στό τόπο πού ἤτανε φυτεμένες οἱ κολοκυθιές, μά ἡ κολοκύνθα τοῦ γείτονα εἶχε ὁλότελα σαπίσει. Θαρρεῖς καί κάποιος τήν εἶχε καταραστεῖ καί σάπισε τόσο γρήγορα, ὅσο γρήγορα εἶχε ξεραθεῖ καί ἡ κολοκυθιά τοῦ  Ἰωνᾶ. Μοῦ φάνηκε παράξενο. Γιατί οἱ κολοκύνθες κρατᾶνε πολύ, καί τρώγονται τήν σαρακοστή. Κυτώντας τήν σάπια κολοκύνθα, ἐφοβήθηκα. Γιατί κατάλαβα πώς ἐσάπισε ἀπό τό βάρος τῆς καρδιᾶς μου, ἀπό τήν κακή προαίρεσή μου. Καί θυμήθηκα ἱστορίες ἀπό τό γεροντικό καί εἶπα ὡς ἄλλος Ἰωνᾶς.  Θέε μου, βοήθησέ με νά μήν βαστάξει ἄλλη φορά βάρος ἡ καρδιά μου σέ ἄνθρωπο.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου