Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014







   Ἄλλαζα, λέει, τίς ἄνω τελείες, ἔπαιζα μέ τά πνεύματα καί 

τούς τόνους πού μοιάζανε μέ σημεῖα   μουσικῆς καί περίμενα νά

διαβάσω στόν Κ. καί τήν Β. τό μικρό, τέλειο παραμύθι, πού ἤταν

γραμμένο  στό χαρτί πού κρατοῦσα. Μέ χαρά ἀνείπωτη  

περίμενα νά ξυπνήσουν οἱ γειτόνοι μου. Μά ὅσο περίμενα, τόσο τό 

παραμύθι ἄλλαζε συνεχῶς καί γινότατε πιό ὄμορφο, σάν τό φῶς 

πού ἔφεγγε κάποιες φορές στόν τόπο, σάν τά πουλάκια πού 

τιτιβίζανε μουσικές καινούργιες στά πεῦκα καί στά  κυπαρίσσια.

Τελικά δέν θυμᾶμαι ἄν ἄκουσαν τό παραμύθι οἱ φίλοι μου, μά 

ἐμένα ἤτανε τόση ἡ χαρά μου, πού ξύπνησα μεταξύ δευτέρας καί 

τρίτης φυλακῆς κι ἔπιασα τό μολύβι μπάς σταθεῖ λίγη χαρά 

καί μυρίσει σέ κάποια ἀπό τίς σειρές πού ἔγραφα.


    Φαίνεται ὁ χῶρος, ὁ χρόνος, οἱ πεθυμιές, οἱ ψυχές τῶν 

ἀνθρώπων ἔχουν κι  ἄλλες διαστάσεις ζωῆς πού φτάνουν στό χῶρο

τοῦ ὀνείρου.  Ἔτσι ἴσως ζοῦμε πιό ἀληθινά τά ἄρρητα τοῦ Κυρίου 

μας.


   Θαρρῶ πώς στίς συναντήσεις ἀνθρώπων βιώνεται μαζί μέ τό 

τώρα ἕνας χρόνος αἰωνιότητας καί εἶναι αὐτός ὁ λόγος πού ἡ μιά

φορά φτάνει καί περισσεύει γιά νά δοξάζωμε παντοτινά τόν Θεό 

μας.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου