Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015







ΕΣ   ΑΓΟΡΑΝ   ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ

Ἐπαῖτες τοῦ ἐφήμερου γεμίσανε τά πεζοδρόμια
Βιάζει τό βῆμα του περίφροντις κι ὁ περιφρονητής
   τοῦ ἐλέους
Ὅταν ἡ ἀγορά θά κλείνει
ποιός θά προστρέξει κλίνοντας τό γόνυ
ποιός ἀπό μᾶς τούς ἀχθοφόρους τῶν κριμάτων ;







Ὁ γλυκύτατος φίλος μου, ὁ Γιώργης, μοῦ δώρισε τά ποιήματά του
πού ἀπό καιρό περίμενε τήν ἔκδοσή τους.
Τά πιό πολλά τά γνώριζα γιατί μοῦ τά εἶχε ἀπαγγείλει στό ἰατρεῖο.
Τά πόδια μου δέν μέ κρατούσανε καί καθιστός,
σάν σέ τελετή, ἀπολάμβανα κάθε φορά τήν ἀπαγγελία του
πού μέ μετέφερε σέ παλιές μέρες.
Νυστέρι, μιά καθαρή τομή, μοῦ θύμιζε ὁ λόγος του.
Δέν εἶμαι κριτικός, μά τόν Γιώργη τόν νοιώθω γνήσιο ποιητή ἀλλοτινῶν καιρῶν.
Καί γιά νά πῶ μιά ἀλήθεια μου, ἄλλον ποιητή δέν ἔχω γνωρίσει πού νά τοῦ μοιάζει.
Ποιήματα γράφωμε πολλοί, μά ποιητές δέν ἤμαστε.
Ξένος καί αὐτός, χρειάζεται τό φύσημα μιᾶς πνοῆς
νά γίνει φωτιά ἡ σπίθα πού κουβαλεῖ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου