Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Εὐλοημένη χρονιά...






    Ψ Α Λ Μ Ο Σ  41ος
           

πως ἡ ἔλαφος ζητᾶ πηγές νά ξεδιψάσει,
ἴδιο ἡ ψυχή μου σέ ποθεῖ, Θεέ, νά ἡσυχάσει.
3. Τόν Θιό, τόν ζώντα ἀναζητᾶ γιά νά τηνέ δροσίσει·
πότε θά φτάξω νά τόν δῶ, πότε θά μ' ἐλεήσει ;
4. Τά δάκρυα μου ἀντίς ψωμί μερονυχτίς μέ θρέφουν·
πού ΄ναι ὁ Θεό σου ; μέ ρωτοῦν τά μάτια μου ὡς τρέχουν.
5. Ἐτοῦτα συλλογίζομαι κι ἐτσά παρηγοριοῦμαι,
γιατί στό θαυμαστό ναό, τοῦ Θιοῦ, θά ξαναρθοῦμε
καί μέ ψαλτήρια καί φωνές θά τόν δοξολογοῦμε.
6. Γιάντα, ψυχή μου, ὀδύρεσαι, γιάντά ΄σαι λυπημένη ;
γιάντα μέ δέρνεις ὡς δεντρί κι εἶσαι φουρτουνιασμένη ;
Πρόσμενε πάντα τόν Θεό, κι ἐγώ θά τόν δοξάσω·
τόν Θιό μου, τόν σωτήρα μου, δέν θά τόνε ξεχάσω.
7. Ὡς εἶδα τήν κατάντια μου ταράχτηκε ἡ ψυχή μου·
γιατί θυμοῦμαι καί θρηνῶ τή γῆ τοῦ Ἰορδάνη,
τό βουναλάκι, τό Ἑρμών, ἁπού ψηλά δέν φτάνει.
8. Θλίψη μου, θλίψη τσ' ἀκλουθεῖ, κι αὐτές ἄλλες γεννοῦνε,
κι ὅπως οἱ καταρράκτες σου κι οἱ θρήνοι μου γροικοῦνται,
κύματα κι οἱ φουρτοῦνες σου κι ἀπάνω μου ξεσποῦνε.
9. Ὅμως μιά μέρα ὁ Θεός θά ΄ρθεῖ νά μ’ ἐλεήσει,
μιά νύχτα πού θά τόν ὑμνῶ καί θά ΄χω ξαγρυπνήσει,
τῆς ὕπαρξής μου ὁ Θεός τόν πόνο θά γροικίσει. 
10. Τότες θά πῶ στόν Κύριο· προστάτης μου ἐσύ ΄σαι·
γιάντα δέν μέ θυμᾶσαι πιά ; γιάντα στενοχωριοῦμαι
καί ζῶ κι ἀφήνεις τούς ἐχθρούς ἐτσά νά μέ λυποῦνε;
11. Πού βλέπανε τά χάλια μου καί μέ περιγελοῦσαν,
κι ὁλημερίς μοῦ λέγανε καί μέ  περιφρονοῦσαν·
πές μας το, νά τό μάθωμε, ποῦ εἶναι ὁ Θεός σου;
12. Γιάντα, ψυχή μου, ὀδύρεσαι, γιάντά 'σαι λυπημένη ;
κι ὡς τό δεντρί ταράσσεσαι ἀέρας πού τό δέρνει ;
Πρόσμενε πάντα τόν Θεό, κι ἐγώ θά τόν δοξάζω·
ὁ Θιός μου εἶναι σωτήρας μου πάντοτε θά φωνάζω.




  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου