Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Ὅτι δέν χωρᾶ ὁ νοῦς τ' ἀνθρώπου....


Ἄνοιξη 2008

Προφήτου Ἠλιοῦ 2009
Προφήτου Ἠλιοῦ 2011
Ἠ τελική καταστροφή, 13 Φεβρουαρίου 2013


Mιά μικρή ἱστορία.

Τό ξωκκλήσι τοῦ προφήτη Ἠλία ὁ π. Θεόδωρος τό ἔκτισε μέ το αἶμα του, ἀφοῦ νερό δέν εἶχε. Ὅσο χρειαζότανε τό ἀνέβαζε ἀπό το πηγάδι τοῦ Ἅι Ἀντώνη, μέχρι την κορυφή πού διάλεξε να κτίσει.Ἕνα χρόνο τό ἔκτιζε, πέντε ἀνθρώπους χωροῦσε, καί λειτουγήθηκε πρώτη φορά στήν ἑορτή τοῦ προφήτη, τό 2005. Ἀσκήτευε ἐκεῖ, στόν παλιό ἱερό τόπο, γιά να μήν ξεχνοῦμε τούς ἁγίους πού ζήσανε δίπλα στο ἁγιοφάραγγο καί σέ ὅλα τα βουνά τῆς Ράξου.
Τόν ἐπόμενο χρόνο εἶχε βοηθό  ἕνα γαίδαρο, τον Σαχτούρη, κι' ἀνέβασε ὑλικά ἀπό το ποτάμι. Ἔκτισε τρία κελλάκια ὅσο τα δικά μας λουτρά, να κοιμάται ὅποιος ξωμένει χειμώνα. Λίγο πιό μετά με την βοήθεια τοῦ κόσμου, στελιώθηκε μιά μικρή κουζίνα γιά καφέ, κι' ἕνας χῶρος νἀ μπαίνουμε στήν γιορτή τοῦ ἁγίου να μήν μᾶς κεντᾶ ἡ κάψα.  Καί γιορτάζαμε τόν ἅγιο με πολλή χαρά τρία τέσσερα χρόνια. Δόξα σοι ὁ Θεός. 
Μά τοῦ στείλανε τοῦ παππούλη χαρτί ἀπό δικαστήριο νά φύγει ἀπό τήν κορυφή, γιατί ἤτανε ἀλλονοῦ ὁ τόπος, καί ὄχι τοῦ προφήτη Ἠλία. Καί ἔφυγε ὁ π. Θεόδωρος καί πῆγε σέ μια ἄλλη κορυφή πιό ψηλή, νά τόν βλέπει ἀπό μακριά. Στό Κεφάλι. Ἐκεῖ, μέ τούς ἁγίους Παρθένιο καί Εὐμένιο καί τόν Τίμιο Σταυρό. 
Δέν πέρασε πολύ καιρός και βρεθήκανε γκρεμισμένα τα κελλάκια. Ἐμεῖς ξανακάναμε την ἑορτή τοῦ ἁγίου με χαλασμένα τα κελλιά. Δυό χρονιές. Μά ἤθελαν νά διώξουνε τόν ἅγιο τελείως ἀπό τήν κορυφή. Μέ λοστούς ἐσκάψανε τα θεμέλια τοῦ ναοῦ και τόν γκρεμίσανε. Καί πλακώθηκαν οἱ εἰκόνες μαζί μέ τα ἅγια. Πήγανε ἀπό το μοναστήρι καί τα μαζέψανε, να μήν βρέχονται, κι' οὔτε να τά βλέπει ὁ ἥλιος να κλαίει.  
Λένε πώς θέλουνε νά στέσουνε ἀνεμογεννήτριες κι' ἐκεῖ καί τούς πείραζε ἅγιος. 
Δεν ξέρω ἄν ἤτανε ἄνθρωποι ὅποιοι τά κάνανε, ὁ Θεός να τούς δώσει μετάνοια Στόν νοῦ μου ἦρθε ὁ θυμός τοῦ προφήτη Ἠλία σάν ἔσφαξε τούς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, μά καί ὁ 108ος ψαλμός πού τόν παραθέτω σέ μεταγραφή.
Δόξα σοι ὁ Θεός.



Ψαλμός 108ος
  
1. Ἄκουσε, Θεέ μου, δίπλα σου νά τ' ἀφήσεις,
τήν δέησή μου πρόσεξε, καί μήν τήν παραρίξεις.

2. Δόλια οἱ ἁμαρτωλοί, μισόλογα σκορποῦσαν,
μισές ἀλήθειες λέγανε, κι’ ἐτσά μέ πολεμοῦσαν.

3. Λόγω τῆς ζήλειας μέ φθονοῦν, κι’ ὅλοι τους μέ μισοῦνε,
χωρίς αἰτία κι’ ἀφορμή, πάντα μέ πολεμοῦνε.
 
4. Κι’ ὅσο ἐγώ τσ’ ἀγάπουνα, ἐκεῖνοι μέ μισοῦσαν,
ὅμως ἐγώ στίς προσευχές, ποτέ δέν τούς ξεχνοῦσα.

5. Καί τήν ψυχή μου ἤδωκα, νά τούς εὐχαριστήσω,
μά ἐκεῖνοι μέ μισούσανε, κι’ ἐζήλευγαν ‘ποπίσω.

6. Ἄδικο βάλε δικαστή, νά τόν καταδικάσεις,
καί στά δεξά του διάβολο, κοντά, νά τόν πειράξεις.

7. Σέ ὅποια κρίση κι’ ἄν κριθεῖ, νά φεύγει δικασμένος,
καί δίνε του στίς προσευχές, ζημιά ἀντίς γιά κέρδος.

8. Στήν μιά του χέρα νά μετρᾶ, τίς μέρες πού θά ζήσει,
κι’ ὅσα στήν γῆ ἐμάζωξε, ἄλλος νά τά σκορπίσει.
χήρα ἡ γυναῖκα νά γενεῖ, νά σκορπιστεῖ ἡ γενιά του.

10. Νά δεῖ τούς γιούς στήν ξενητειά, γύφτοι νά τριγυρνοῦνε,
κι’ ὄξω ἀπό τά σπίτια τους, στούς δρόμους νά κοιμοῦνται.

11. Ὅλο τό βιός του νά τό βρεῖ, σάν ψάξει ὁ δανειστής του,
ξένοι τούς κόπους ποὔμειναν, ν’ ἀρπάξουν τῆς ζωῆς του.

Ἄνθρωπος ἕνας, μήν βρεθεῖ, ποτέ νά τόν ξανοίξει,
καί τά παιδιά του, ὀρφανά, κανείς νά μήν φροντίσει. 

13. Χαρά παιδιοῦ, μήν τηνέ δεῖ, πράμα νά μήν ‘ποτάξει,
τέτοιας γενιᾶς τό ὄνομα, νά σβύσει ἀπό τήν πλάση.

14. Μήν τοῦ ξεγράψεις στούς γονιούς, καμμιά τους ἀνομία,
κι’ οὔτε κι’ αὐτῆς, τῆς μάνας του, ποτέ σου μιά ‘μαρτία.

15. Πάντα τίς ἁμαρτίες τους, ὁ Κύριος τίς βλέπει,
κι’ ὅτι θυμίζει τους στήν γῆ, θά σβύσει νά μήν μένει.

16. Ἄνθρωπο δέν θυμήθηκε, ἔλεος νά τοῦ δώσει,
καί τούς φτωχούςπού πείναγαν, ἤθελε νά τούς διώξει,
τούς πληγωμένους στήν καρδιά, ξάνοιγε νά σκοτώσει.

17. Ὅσες κατάρες ἤδωκε, τόσες θά τονέ βροῦνε.
Τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, δέν θέλησε νά πάρει,
μακριά του ἐκείνη ἔφυγε, πῆγε ἀλλοῦ κι’ ἐστάθει.
  
18. Σάν ροῦχο σκόλης πού φορᾶ, ντύθηκε τίς κατάρες.
Κι’ ἐπότισαν τά σπλάχνα του, σάν τά βρεγμένα ροῦχα,
τά κόκκαλά του ἐλάδωσαν, νά μήν κρατοῦν τήν μοῦχλα.

19. Ἄς γίνουν πανωφόρι του, ὅλες του οἱ κατάρες,
ζώνες νά τόν τυλίξουνε, νά μήν θωρεῖ τίς χάρες.

20. Οἱ συκοφάντες, Κύριε, ἐτσά νά πλερωθοῦνε,
κι’ ὅσοι γιά μένα ψέματα καί πονηριές σκορποῦνε.

21. Γιά τ’ ὄνομα του, Κύριε, δεῖξε τους πώς μέ θέλεις,
πώς καί τήν εὐσπλαχνία σου, σ’ ἐμένα θά τήν στέλνεις.

22. Σῶσε με, Θεέ μου, τόν φτωχό, λύτρωσε τήν ζωή μου,
γιά δές τά φυλλοκάρδια μου, πού τρέμουν στό κορμί μου.


23. Σβύνω κι’ ἐγώ σάν τήν σκιά, πού χάνεται τό δεῖλι,  
σάν τίς ἀκρίδες στόν νοτιά, τρέμει κι’ ἐμέ τό χεῖλι.
  
24. Στά γόνατά μου δέν βαστῶ, στήν πείνα γονατίζω,  
καί δίχως λάδι  ἐζάρωσα, γέρου θωριά θυμίζω.

25. Σάν παλαβό μέ παίζανε, καί μέ περιγελοῦσαν.
κι’ ὅταν μέ εἶδαν, τήν ματιά, ἀλλοῦ τηνέ γυρνοῦσαν.

26. Βοήθησέ με, Κύριε,  ἐσύ ‘σαι ὁ Θεός μου,  
μήν μέ ἀφήνεις, σῶσε με, στεῖλε τό ἔλεός σου.

27. Νά μάθουν πώς σωτήρας μου, ἐσύ ‘σαι Κύριε μου,
πώς ἡ δεξά ἡ χέρα σου, δέν μ’ ἄφηκε ποτέ μου.

28. Ἐσύ καί τίς κατάρες τους, θά κάνεις εὐλογίες.
Ἐκεῖνοι πού μέ πολεμοῦν, νά ντροπιαστοῦν μιά μέρα,
ὅμως ἐγώ, θά χαίρομαι, σάν νἄμουν περιστέρα.

29. Νἄχουν ντροπή γιά φορεσιά, πάντα νά τήν φοροῦνε,
σάκκο αἰσχύνης νά ντυθοῦν, αὐτοί πού μέ μισοῦνε.

30. Μέ ὅση δύναμη θά βρῶ, θά σέ δοξάζω, Θεέ μου,
μές στόν ναό σου, μέ πολλούς, μέ αἴνους Κύριέ μου.

31. Δίπλα μου ἤταν ὁ Θεός, βοηθός μου στά δεξά μου,
ἀπό τσ’ ἐχθρούς μέ ἔσωσε, χίλιες φορές μπροστά μου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου